καταβλητέον
καταβλητέον, one must sow
κατα-βλητέον, (καταβάλλω)
- one must sow, εἰς ποίαν γῆν ποῖον σπέρμα κ. Pl. Tht. 149e.
- 2 one must pay, χρέος (metaph. of life), Plu. Cons.Apoll. 2.107a.
καταβλητέον, vb. de καταβάλλω, Plat. Theæt. 149e.