About Report a problem

Menu

καταβρίθω

καταβρίθω, to be heavily laden

καταβρίθω [ῑ], intr.,
  • to be heavily laden, weighed down by a thing, ὄϊες μαλλοῖς καταβεβρίθασι Hes. Op. 234; ὄρπακες βραβύλοισι καταβρίθοντες ἔραζε Theoc. 7.146.
    • II trans., weigh down, outweigh, ὄλβῳ μὲν πάντας κε καταβρίθοι βασιλῆας Id. 17.95.

Saved

Recent