καταγηρασμός
καταγηρασμός, old age
καταγηρ-ασμός, ὁ,
- old age, Hippiatr. 13.
καταγηρασμός, οῦ (ὁ) grande vieillesse, Hippiatr. p. 53.
Étym. καταγηράσκω.
καταγηρασμός, ὁ, das Alter, Sp.
καταγηρασμός, old age