καταμειλίσσομαι
καταμειλίσσομαι, appease
καταμειλίσσομαι, Att. καταμειλίττομαι,
- appease, τὸν θυμόν τινος J. AJ 6.13.7.
κατα·μειλίσσομαι, adoucir, fig. Jos. A.J. 6, 13, 7.
καταμειλίσσομαι, appease