κατανεμέσησις Save Bailly 2024 Pape κατα·νεμέσησις, εως (ἡ) réprimande, châtiment, Clém. 146. Étym. κ. νεμεσάω. κατανεμέσησις, ἡ, verstärktes *νεμέσησις, Clem.Al. s. νεμεσάω.