κατανέμησις
κατανέμησις, pasturage
κατανέμησις, εως, ἡ,
- pasturage, διὰ τῶν προβάτων PRyl. 141.16 (i A.D.), cf. Sch. Pi. O. 7.61.
κατανέμησις, ἡ, = κατανομή, Schol. Pind. Ol. 7.61.