κατασφαλίζομαι
κατασφαλίζομαι, fortify
κατ-ασφᾰλίζομαι,
- fortify, Men.Prot. p.15 D.
- 2 confirm, τοὺς πραττομένους Lyd.Mag. 3.12; ὅρκοις πρᾶγμα Just. Nou. 102 Praef.; assure oneself of, τι Steph. in Hp. 1.76 D.
- 3 abs., take refuge, εἰς τὸ ἐνδότερον Aesop. 196.
- II Pass., to be made fast, LXX 3 Ma. 4.9, Aesop. 376; δεῖ κατησφαλίσθαι τὸν νοῦν εἰς . . S.E. M. 7.23.