Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταστρωννύω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καταστομόω
καταστοναχέω
κατάστοργος
καταστορέννυμι
καταστόρεσις
καταστόρνυμι
καταστοχάζομαι
καταστόχασις
καταστοχασμός
καταστοχαστέον
καταστοχαστής
καταστοχαστικός
καταστοχέω
καταστραγγίζω
καταστράπτω
καταστρατεύομαι
καταστρατεύω
καταστρατηγέω
καταστρατηγία
καταστρατοπεδεία
καταστρατοπεδεύω
καταστρεβλόω
καταστρεπτικῶς
καταστρέφω
καταστρηνιάω
καταστροφεύς
καταστροφή
καταστροφικῶς
κατάστρωμα
καταστρώννυμι
καταστρωννύω
κατάστρωσις
καταστρωτέον
καταστρωτήρ
καταστρώτης
καταστυγέω
καταστυγνάζω
καταστυγνόομαι
κατάστυγνος
καταστυγνόω
καταστύφελος
κατάστυφλος
καταστύφω
καταστωμύλλομαι
κατασυβωτέω
κατασυγκρίνω
κατασυκοφαντέω
κατασυλάω
κατασυλλογίζομαι
κατασυμβαίνω
κατασυνηγορῆσαι
κατασυνήθεια
κατασυνίστημι
κατασυρίζω
κατασυρίττω
κατασύρω
κατασυστάδην
κατασφαγή
κατασφάζω
κατασφακτικός
κατασφαλίζομαι
…
καταστρωννύω
Save
Bailly 2024
καταστρωννύω
(
seul.
prés.
)
c. le préc.
Spt.
Job
12, 23
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}