κατατάκερος Save κατατάκερος, softened much LSJ Bailly 2024 κατατάκερος [τᾰκ], ον, softened much, Gal. 6.669. κατα·τάκερος, ος, ον [ᾰκ] très mou, Gal. 6, 669. Étym. κ. τακερός.