κατατεθαρρηκότως
κατατεθαρρηκότως, boldly, confidently
κατατεθαρρηκότως, Adv. pf. part. Act. of καταθαρρέω,
- boldly, confidently, Plb. 1.86.5, Plu. Ant. 27.
κατατεθαρρηκότως, adv. hardiment, audacieusement, Pol. 1, 86, 5, etc.
Étym. καταθαρρέω.
κατατεθαρρηκότως, dreist, zuversichtlich, Pol. 1.86.5 u. öfter.