κατατειχίζω
κατατειχίζω, fortify
κατατειχίζω,
- fortify, Sch.D Il. 19.99 (Pass.).
κατατειχίζω, mit Mauern umgeben ; Schol. Il. 19.99 erklärt ἐϋστεφάνῳ ἐνὶ Θήβῃ durch κατατετειχισμένῃ.
κατατειχίζω, fortify