About Report a problem

Menu

κατατιλάω

κατατιλάω, to make dirt over

κατατῑλάω,
  • make dirt over, τῆς στήλης, τῶν Ἑκαταίων, Ar. Av. 1054, Ra. 366:—Pass., τοῖς ὄρνισι κατατιλώμενοι Id. Av. 1117; κατὰ τῆς κεφαλῆς κατατετιλῆσθαι Artem. 2.26.

Saved

Recent