κατατεταγμένως
κατατεταγμένως, in order
κατατεταγμένως, Adv. pf. part. Pass., (κατατάσσω)
- in order, D.S. 9.10 (sed leg. κατατεταμένως)
κατατεταγμένως, adv. en ordre, DS. Exc. Vat. p. 18 Mai.
Étym. κατατάσσω.
κατατεταγμένως, geordnet, DS. exc. p. 18 Mai.