About Report a problem

Menu

κατεξαναστατικός

κατεξαναστατικός, fit for resisting

κατεξ-αναστᾰτικός, ή, όν,
  • fit for resisting, ἀλγηδόνων, ὀχληρῶν, S.E. M. 11.104, 106; ἀρετὴ κ. δικαιοσύνης M.Ant. 8.39.

Saved

Recent