κατεξαναστατικός
κατεξαναστατικός, fit for resisting
κατεξ-αναστᾰτικός, ή, όν,
- fit for resisting, ἀλγηδόνων, ὀχληρῶν, S.E. M. 11.104, 106; ἀρετὴ κ. δικαιοσύνης M.Ant. 8.39.
κατεξαναστατικός, ή, όν [ᾰντᾰ] porté à la révolte, rebelle contre, gén. M. Ant. 8, 39 ; Sext. 710.
κατεξαναστατικός, ή, όν, sich wider Einen auflehnend, empörend, τινός, M.Anton. 8.39 ; dem καταφρονητικός entsprechend bei Sext.Empir. adv.eth. 104, 106.