κατεντείνομαι Save LSJ Bailly 2024 Pape κατεν-τείνομαι, strengthd. for ἐντείνομαι, M.Ant. 4.3. κατ·εντείνομαι, faire tous ses efforts, M. Ant. 4, 3. κατεντείνομαι, (τείνω), verstärktes ἐντείνομαι, M.Anton. 4.3 u. öfter.