κατηπειγμένως
κατηπειγμένως, hurriedly
κατηπειγμένως, Adv. pf. part. Pass., (κατεπείγω)
- hurriedly, Hld. 8.1, Sch. E. Or. 1433.
κατηπειγμένως, adv. en hâte, Hld. 8, 1.
Étym. κατεπείγω.
κατηπειγμένως, beschleunigt, schleunig, Heliod. 8.1.