κατολίσθησις
κατολίσθησις, slipping down
κατολίσθ-ησις, εως, ἡ,
- slipping down, Sor. 1.108, Gal. 19.447, Paul.Aeg. 6.65.
κατολίσθησις, εως (ἡ) c. ὀλίσθησις, Gal. 2, 275.