κατονίναμαι
κατονίναμαι, enjoy
κατονίναμαι,
- enjoy, in aor. 1, σαυτῆς κατόναιο Ar. Ec. 917 (lyr.); τέκνων, σπορῶν, καρπῶν, οὐσίας κατόνασθαι SIG 826C 15 (Delph., ii B.C.).
κατ·ονίναμαι (ao. 1 opt. 2 sg. -όναιο) tirer parti de, gén. Ar. Eccl. 917.