κατονειδιστήρ
κατονειδ-ιστήρ, ῆρος, ὁ,
- = ὀνειδιστήρ, Man. 4.235.
κατονειδιστήρ, ῆρος (ὁ) qui injurie, insulteur, Man. 4, 235.
Étym. κατονειδίζω.
κατονειδιστήρ, ῆρος, ὁ, der Schmähende, Maneth. 4.235.