Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατοχωτικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατουλάς
κατουλέω
κάτουλος
Κάτουλος
κατουλόω
κατούλωσις
κατουλωτικός
κατουρανόθεν
κατουρέω
κατουρίζω
κατουρόω
κατουτάω
κατούχιος
κατοφείλω
κατοφρυάομαι
κατοφρυόομαι
κάτοφρυς
κάτοχα
κατοχεύς
κατοχεύω
κατοχέω
κατοχή
κατόχιμος
κατόχιον
κατοχῖτις
κατοχμάζω
κάτοχος
κατοχυρόω
κατοχώδης
κατόχως
κατοχωτικός
κατοψέ
κατόψιος
κάτοψις
κατόψομαι
κατοψοφαγέω
κατοψοφαγία
κατράγοντες
κατρεύς
κάτροπον
κάτροπτον
κατρός
κάττα
καττά
καττάδε
καττάνυσαν
Καττιτερίδες
καττιτέρινος
καττίτερος
κάττυμα
καττυματοποιός
καττύπτεσθε
καττύς
καττύω
κατύ
κατυβρίζω
κατυπερ
κατύπερθε
κατυπέρτερος
κατυπνόω
κἄτυφε
…
κατοχωτικός
Save
LSJ
κατοχ-ωτικός, ή, όν,
f.l.
in
Ph.
1.509, 511 (leg.
κατοκωχή τε καὶ μανία
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}