καττάνυσαν Save LSJ Bailly 2024 Pape Middle Liddell καττάνῠσαν, v. κατατανύω. καττάνυσαν, v. κατατανύω. καττάνυσαν, ep. = κατετάνυσαν, H.h. 6.34. καττάνυσαν Epic for κατ-ετάνυσαν 3rd pl. aor1 of κατατανύω.