καττίτερος Save LSJ Grieks Nederlands Pape καττίτερος, καττιτέρινος, κάττῡμα, Att. for κασσίτερος, κάσσυμα. καττίτερος -ου, ὁ, Ion. κασσίτερος, tin. καττίτερος, att. = κασσίτερος.