κατουτάω
κατουτάω,
- = οὐτάω, Q.S. 14.318 (Pass.).
κατ·ουτάω-ῶ (seul. part. ao. 2 moy. poét. au sens pass. κατουτάμενος [τᾰ]) blesser grièvement, Q. Sm. 14, 318.
κατουτάω, (οὐτάω), verwunden, ἄρκτοιο κατουταμένης ὑπʼ ἄκοντι Qu.Sm. 14.318.