Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Morpho
Retro
About
Bookmarks
Toggle dark mode
κατύ
LSJ
Save
Menu
×
Morpho
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
▲ earlier
κατοχῖτις
κατοχμάζω
κάτοχος
κατοχυρόω
κατοχώδης
κατόχως
κατοχωτικός
κατοψέ
κατόψιος
κάτοψις
κατόψομαι
κατοψοφαγέω
κατοψοφαγία
κατράγοντες
κατρεύς
κάτροπον
κάτροπτον
κατρός
κάττα
καττά
καττάδε
καττάνυσαν
Καττιτερίδες
καττιτέρινος
καττίτερος
κάττυμα
καττυματοποιός
καττύπτεσθε
καττύς
καττύω
κατύ
κατυβρίζω
κατυπερ
κατύπερθε
κατυπέρτερος
κατυπνόω
κἄτυφε
κάτω
κατωβλέπον
κατώβλεπον
κατωβλέπων
κατῶβλεψ
κατώβλεψ
κατώγαιος
κατώγειος
κατώγεως
κατώδυνος
κάτωθε
κάτωθεν
κατωθέω
κατωκάρα
κατωμάδιος
κατωμαδίς
κατωμαδόν
κατώμαλος
κατώμηλος
κατωμίζω
κατωμίς
κατωμισμός
κατωμιστής
κάτωμος
…
κατύ
Save
LSJ
κατύ, Arc. for
κατά,
IG
5(2).6.11, al. (iv B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}