Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καυσόομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καυματίας
καυματίζω
καυματόω
καυματώδης
καυμός
καυνάκη
καυνάκης
καυνάκιον
καυνακοπλόκος
καυνακοποιός
καυνιάζω
Καυνιακή
Καυνίας
Καυνικός
Καύνιοι
Καύνιος
Καύνιος ἔρως
καυνός
καῦνος
Καῦνος
καῦρος
καυρός
καυσάθας
καυσαλίς
καύσησις
καυσία
καύσιμος
καῦσις
καυσμένης
καυσμός
καυσόομαι
καυσοποιός
καῦσος
καυσόω
καύστειρα
καυστειρός
καυστέον
καυστήρ
καυστηριάζω
καυστήριον
καυστηρός
καύστης
καυστικός
καῦστις
καυστός
καῦστρα
καύστρα
Καΰστριον πεδίον
Καΰστριος
Καϋστρόβιος
Κάϋστρος
καύσω
καυσώδης
καυσωδῶς
καύσωμα
καύσων
καυτήρ
καυτηριάζω
καυτηρίδιον
καυτήριον
καύτης
…
καυσόομαι
Save
Pape
καυσόομαι
,
an großer Hitze
, bes.
Fieberhitze leiden
, Sp.;
in Brand geraten, NT
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}