κελευθοποιός
κελευθοποιός, road-making
κελευθο-ποιός, όν,
- road-making, A. Eu. 13.
κελευθο·ποιός, ός, όν, qui prépare la voie, Eschl. Eum. 13.
Étym. κέλευθος, ποιέω.
κελευθοποιός, poet. = ὁδοποιός, Aesch. Eum. 13.
κελευθοποιός
κελευθο-ποιός, όν
ποιέω
- road-making, Aesch.