κελευθοπόρος
κελευθοπόρος, a wayfarer
κελευθο-πόρος, ὁ,
- wayfarer, AP 7.337.
κελευθο·πόρος, ου (ὁ) voyageur, Anth. 7, 337.
Étym. κέλευθος, πορεύω.
κελευθοπόρος, ὁ, der Wanderer, Ep.adesp. 664 (VII.337).
κελευθοπόρος
κελευθο-πόρος, ὁ,
- a wayfarer, Anth.