κηκίβαλος
κηκίβαλος, shell-fish
κηκίβαλος, ὁ,
- kind of shell-fish, Epich. 42.2 (leg. κικ-, cf. κικοβαυλιτίδες).
κηκίβαλος, ου (ὁ) [ῐᾰ] coquillage, Epich. (Ath. 85c).