Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κηρούει
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κηροδέτης
κηρόδετος
κηροδομέω
κηροδόχος
κηροειδής
κηρόθεν
κηρόθι
κηρόκλυστος
κηρομάρμαρος
κηρόμελι
κηρόν
κηρόομαι
κηροπαγής
κηροπάζουσα
κηρόπισσος
κηροπλαστέω
κηροπλάστης
κηροπλαστικός
κηρόπλαστος
κηροποιέω
κηροποιός
κηροπώλης
κηρός
κηροσσαίων
κηροτακίς
κηροτέχνης
κηροτρεφής
κηρότροφα
κηροτρόφος
κηρότροφος
κηρούει
κηρουλκός
κηρόφιν
κηροφορέω
κηροφόρον
κηροχίτων
κηρόχρως
κηροχυτέω
κηρόχυτος
κηρόω
κήρτεα
κηρύβια
κήρυγμα
κηρυγμός
κηρύκαινα
κηρυκεία
κηρυκειοειδής
κηρύκειον
κηρύκειος
Κήρυκες
κηρύκευμα
κηρύκευσις
κηρυκεύω
κηρυκηΐη
κηρυκήϊον
κηρυκίδαι
Κηρυκίδης
κηρυκικός
κηρύκινος
κηρυκιοειδής
κηρύκιον
…
κηρούει
Save
LSJ
κηρούει·
ἐκεῖ
(Cret.),
Hsch.
(nisi leg.
κηνούει
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}