κινναμωμέλαιον Save Bailly 2024 Pape κινναμωμ·έλαιον, ου (τὸ) [ᾰ] huile de cinname, Gal. 14, 515. Étym. κιννάμωμον, ἔλαιον. κινναμωμέλαιον, τό, Zimtöl, Galen.