Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κλεΐξαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κλειδοῦχος
κλειδοφορέω
κλειδοφόρος
κλειδοφυλακέω
κλειδοφυλάκιον
κλειδοφύλαξ
κλειδόω
κλείδωμα
κλείδωσις
κλεΐζω
κλείζω
κλειθρία
κλειθρίδιον
κλειθρίον
κλειθριώδης
κλεῖθρον
κλειθροποιός
κλείθρωσις
κλείματα
Κλειναγόρας
Κλειναρέτη
Κλεινή
κλεινία
Κλεινίας
Κλεινίειος
Κλεινίης
Κλεινόδημος
Κλεινόμαχος
κλεινός
Κλεινώ
κλεΐξαι
κλεΐξω
Κλειοπάτρη
κλεῖος
Κλειοφόρος
κλείπους
Κλεϊππίδης
κλείς
κλεΐς
Κλείσας
Κλεισθένης
κλεισία
κλεισιάδες
κλεισιάς
Κλεισιδίκη
Κλεισιθήρα
κλεισίον
κλείσιον
κλεῖσις
κλεῖσμα
κλέϊσμα
κλεισμός
κλεϊσμός
κλεισούρα
κλείσουρα
Κλείσοφος
κλειστός
κλεϊστός
κλεῖστρον
κλεισώρεια
Κλείτα
…
κλεΐξαι
Save
LSJ
κλεΐξαι, Dor. aor. 1 inf. Act. of
κλεΐζω, κλῄζω
(A) (q.v.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}