About Report a problem

Menu

κλείζω

κλείζω, celebrate

κλείζω
  • 1celebrate ἔτι γλυκυτέραν κεν ἔλπομαι σὺν ἅρματι θοῷ κλεΐζειν (v. l. κλείξειν: sc. ἀοιδάν, νίκαν, simm.) O. 1.110

Saved

Recent