Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κλείδωσις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κλέαρχος
κλέβδην
Κλέεια
κλεεινός
κλεεννός
κλέζω
Κλέη
κλεηδών
Κλεηνορίδης
κλεῖα
Κλειγένης
κλειδαγωγία
Κλείδαμος
κλειδᾶς
Κλεῖδες
Κλειδημίδης
Κλείδημος
Κλείδικος
κλειδίον
κλειδοποιός
κλειδουχ
κλειδουχέω
κλειδοῦχος
κλειδοφορέω
κλειδοφόρος
κλειδοφυλακέω
κλειδοφυλάκιον
κλειδοφύλαξ
κλειδόω
κλείδωμα
κλείδωσις
κλεΐζω
κλείζω
κλειθρία
κλειθρίδιον
κλειθρίον
κλειθριώδης
κλεῖθρον
κλειθροποιός
κλείθρωσις
κλείματα
Κλειναγόρας
Κλειναρέτη
Κλεινή
κλεινία
Κλεινίας
Κλεινίειος
Κλεινίης
Κλεινόδημος
Κλεινόμαχος
κλεινός
Κλεινώ
κλεΐξαι
κλεΐξω
Κλειοπάτρη
κλεῖος
Κλειοφόρος
κλείπους
Κλεϊππίδης
κλείς
κλεΐς
…
κλείδωσις
Save
Pape
κλείδωσις
, ἡ,
das Verschließen, Schol. Ar. Av
. 1159 u.
Vesp
. 153.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}