κλείδωμα
κλείδωμα, fastening
κλείδ-ωμα, ατος, τό,
- fastening, Suid. s.v. κλείθροις:—also κλείδ-ωσις, εως, ἡ, Sch. Ar. Av. 1159.
κλείδωμα, τό, das Schloß, VLL u. Sp.