κλιβανάριος Save LSJ κλῑβᾰν-άριος, κλῑβᾰν-εύς, κλῑβᾰν-ίτης, κλῑβᾰν-οειδής, κλῑβᾰν-ος, v. κριβ-. κλιδία· τάριχος, Hsch. (cf. κλειδίον II).