κλιβανεύς Save Bailly 2024 Pape κλιβανεύς, κλιβανίκιος, κλιβανίτης, κλιβανοειδής, κλίβανον, κλίβανος, κλιβανωτός, c. κριβανεύς, κριβανίκιος, etc. κλιβανεύς, [ῑ], ὁ, der Ofenheizer, Bäcker, Maneth. 1.80.