About Report a problem

Menu

κλίτος

κλίτος, a clime

κλίτος [ῐ], εος, τό,
  • = κλειτύς, Lyc. 600; cliff, Id. 737 (pl.).
      • 2 = κλίμα II, clime, κ. βόρειον AP 7.699.
      • 3 side, LXX Ex. 26.18, al.; τὸ κ. τὸ δεξιόν ib. Ez. 47.1; τὸ κ. τοῦ νότου ib. 3 Ki. 7.39.

Saved

Recent