κλωνίτης
κλωνίτης, with branches
κλων-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- with branches, πρέμνος Hdn. Epim. 72.
κλωνίτης, ὁ, ästig, πρέμνος, Hdn. Epimer. 72.
κλωνίτης, with branches