κνισάεις
κνισάεις, of burnt sacrifice
κνισάεις, v. κνισήεις.
κνῑσᾱεις
- 1of burnt sacrifice μήλων τε κνισάεσσα πομπὰ i. e. for sacrifice O. 7.80 φλὸξ αἰθέρα κνισάεντι λακτίζοισα καπνῷ (Mommsen: κνισᾶντι codd.) I. 4.66