κνισοτηρητής
κνῑσοτηρητής, οῦ, ὁ,
- = κνισοδιώκτης, Com.Adesp. 1042.
κνισο·τηρητής, mieux que κνισσο·τηρητής, οῦ (ὁ) parasite (propr. qui veille au fumet de la viande) Com. anon. (Bkk. p. 49, 13).
Étym. κνῖσα, τηρέω.