Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κνισσάριον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κνιπόω
κνίς
κνῖσα
κνίσα
κνισάεις
κνισαλέος
κνισάριον
κνισάω
κνίσδω
κνίση
κνισήεις
κνισηρός
κνίσμα
κνισμός
κνισμώδης
κνισοδιώκτης
Κνισοδιώκτης
Κνισόζωμος
κνισοκόλαξ
Κνισοκόλαξ
κνισολοιχία
κνισολοιχός
κνῖσος
κνισός
κνισοτηρητής
κνισόω
κνίσσα
κνισσάεις
κνισσαλέος
κνισσᾶντι
κνισσάριον
κνισσάω
κνισσήεις
κνισσηρός
κνισσοδιώκτης
κνισσοκόλαξ
κνισσολοιχία
κνισσολοιχός
κνισσός
κνῖσσος
κνισσοτηρητής
κνισσόω
κνισσώδης
κνισσωτός
κνιστός
κνισώδης
κνισωτός
κνίφος
κνιφός
κνιφότης
κνίφω
κνίψ
κνίω
κνοή
κνόη
Κνοῖθος
κνόος
κνοῦς
κνόω
κνῦ
κνύζα
…
κνισσάριον
Save
Pape
κνισσάριον
, τό, dim. von κνίσσα,
Schol. Il
. 1.66 ; Suid. erkl. τὸ μικρὸν λίπος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}