κνισσάω
κνισσάω, richtiger κνισάω, mit Fettdampf, Opferduft erfüllen ; τίνʼ ἔχων φήμην ἀγαθὴν ἥκεις, ἐφʼ ὅτῳ κνισσῶμεν ἀγυιάς Ar. Eq. 1320, vgl. Av. 1233 ; χοροὺς ἱστάναι καὶ κνισσᾶν ἀγυιάς Dem. 21.51 ; nachher im Orakel §.52 κνισσᾶν βωμοῖσι ; Eur. Alc. 1156 κνισσᾶν βωμούς ; B.A. 268.6 erkl. κνίσσαν πέμπειν καὶ λιπαρίαν ἀπὸ τῶν θυσιῶν εἰς τὰς ἀγυιάς ; – κνισσᾶν περὶ τοὺς βωμούς Luc. Iov. Trag. 22.