κολλητήριον
κολλητήριον, glue
κολλ-ητήριον, τό,
- glue, Ph. Bel. 77.50, Gloss.
κολλητήριον, ου (τὸ) corps gras pour coller : κ. τεκτονικόν, Phil. byz. graisse à outil.
Étym. κολλάω.
κολλητήριον, glue