Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κόλιξ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κολαστικός
κολάστρια
κόλαστρον
κολάττη
κολαφασμός
κολαφίζω
κολάφισμα
κολαφισμός
κολαφιστικῶς
κόλαφος
κόλαψ
κολέα
κολεάζω
κολεασμός
κολεκάνος
κολεκτρυών
Κολένδα
κολεόν
κολεόπτερος
κολεός
κολεοφόροι
κόλερος
κολερός
κολετράω
κολέω
κοληβάζω
Κολιάδαι
κολίανδρον
κολίας
κολίδιον
κόλιξ
κολιός
κόλλα
κολλαβίζω
κολλαβισμός
κόλλαβος
κολλάριον
Κολλατία
Κολλατῖνος
κολλάω
κολλεψός
κολλήγας
κολλήγιον
κολλήεις
κόλλημα
κολλήσιμος
κόλλησις
κολλητέον
κολλητήρ
κολλητήριον
κολλητήριος
κολλητής
Κολλητής
κολλητικός
κολλητίωνες
κολλητός
κόλλητρα
κολλίζω
κολλίκιον
κολλίκιος
κολλικοφάγος
…
κόλιξ
Save
Pape
κόλιξ
, ικος, ὁ, {= κόλλιξ,} Ar.
Ran
. 576, -- ubi tamen stat (TLG)
χ
όλικας !
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}