κολόκυνθος
κολόκυνθ-ος, ὁ,
- = κολοκύνθη, AP 9.532 tit., PLond. 5.1881 (vi A.D.); κ. ἄγριος Ps.-Dsc. 4.176:— written κολύκιντος PTeb. 131 (ii/i B.C.).
κολόκυνθος, u. κολόκυντος, ὁ, = κολοκύνθη, vgl. Lobeck zu Phryn. 437.