κολοκύντη Save LSJ Bailly 2024 Pape κολοκύντ-η, v. κολοκύνθη:—Dim. κολοκύντ-ιον, τό, Phryn.Com. 61. κολοκύντη, ης (ἡ) att. c. κολοκύνθη, Hpc. 487, 30, etc. ; Ar. Nub. 326 ; Com. (Ath. 59c). κολοκύντη, ἡ, s. κολοκύνθη.