Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κολοκυνθών
κολοκυνθών, gourdpatch
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κολόβωμα
κολοβῶς
κολόβωσις
κολοβωτής
Κολόη
κολοιάρχης
κολοίαρχος
κολοιάω
κολοίδιον
κολοίδορον
κολοιή
κολοιός
κολοιτέα
κολοιτία
κολοίφρυξ
κολοιώδης
κολοκάνος
κολοκασία
κολοκάσιον
κολοκορδόκαλα
κολοκορδόκολα
κολοκτρυών
κολόκυμα
κολόκυνθα
κολοκύνθη
κολοκυνθιάς
κολοκύνθινος
κολοκυνθίς
κολοκυνθοπειρατής
κολόκυνθος
κολοκυνθών
κολόκυντα
κολοκύντη
κολοκύντινος
κολοκύντιον
κολόκυντος
κολοκώνας
κόλον
κόλος
Κολοσσαεύς
Κολοσσαί
Κολοσσηνός
κολοσσηνός
κολοσσιαῖος
κολοσσικός
κολοσσοβάμων
κολοσσοποιός
κολοσσοπόνος
κολοσσός
κολοσσουργία
κολοσυρτέω
κολοσυρτός
κολούλια
Κόλουνδα
κολουραῖος
κολουρία
κόλουρις
κολουρῖτις
κολουροειδῶς
κολουρόκωνος
κολουροπυραμίς
…
κολοκυνθών
Save
κολοκυνθών, gourdpatch
LSJ
κολοκυνθ-ών, ῶνος, ὁ,
gourd-patch,
PHamb.
99.8 (i A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}