κολουροπυραμίς
κολουροπυραμίς, truncated pyramid
κολουρο-πῡρᾰμίς, ίδος, ἡ,
- truncated pyramid, Theo Sm. p.42 H.
κολουρο·πυραμίς, ίδος (ἡ) [ῡᾰῐδ] pyramide tronquée, Théon Sm. 42, 4.
Étym. κόλουρος, πυραμίς.
κολουροπυραμίς, ίδος, ἡ, abgestumpfte Pyramide, Theon. Smyrn.