About Report a problem

Menu

κολοσσιαῖος

κολοσσιαῖος, colossal

κολοσσ-ιαῖος, α, ον,
  • colossal, D.S. 11.72 (-ττ-), al.; κ. μεγέθη Ph. 1.2; κ. τὸ μέγεθος Luc. Herm. 71; κ. ἄγαλμα, ἀνδριάς, Hdn. 1.15.9, BGU 362 vi 5 (iii A.D.).

Saved

Recent