κονιορτώδης
κονιορτώδης, dusty
κονῐορτ-ώδης, ες,
- dusty, Arist. HA 557b3, Cael. 313a20, Thphr. CP 4.16.1, Dsc. 1.26, Gal. 14.49.
κονιορτώδης, ης, ες, poudreux, Arstt. H.A. 5, 32 ; Th. C.P. 4, 16, 1.
Étym. κονιορτός, -ωδης.
κονιορτώδης, ες, wie aufgeregter Staub, staubig ; ἔρια Arist. H.A. 5.32 ; auch ἄνθρωπος, Sp.